Rome-2011-114

«Σε νιώθω» – αναλύοντας την ενσυναίσθηση

Rome 2011 114

Αναρρωτηθήκατε ποτέ γιατί κλαίμε στον κινηματογράφο; Γιατί νιώθουμε την αγωνία του τερματοφύλακα πριν από το πέναλτυ, γιατί τρομάζουμε όταν βλέπουμε ένα θρίλερ παρότι ξέρουμε ότι είναι ταινια ή γιατί νιώθουμε ένα τσίμπημα στην δική μας καρδιά όταν βλέπουμε κάποιον να κλαίει γιατί μόλις έχασε κάποιον δικό του; Η δυνατότητα να καταλαβαίνουμε τι νιώθει ο άλλος αποτελεί βασικό κομμάτι των ανθρώπινων σχέσεων. Στην διεθνή ορολογία χρησιμοποιείται ο όρος «Empathy», επειδή όμως στην ελληνική η «εμπάθεια» είναι άλλο πράγμα, επικράτησε ο όρος «ενσυναίσθηση» ή «συναίσθηση».
Η ενσυναίσθηση έχει δύο διακριτά μέρη: την γνωστική ενσυναίσθηση (cognitive empathy) και την συναισθηματική ενσυναίσθηση (affective empathy). Γνωστική ενσυναίσθηση είναι η ικανότητα να φανταστούμε τα συναισθήματα του άλλου, «να μπούμε στη θέση του». Συναισθηματική ενσυναίσθηση είναι να ανταποκριθούμε με συναισθηματικά πρόσφορο τρόπο σε αυτό που ο άλλος νιώθει ή σκέφτεται.

Για να καταλάβουμε καλύτερα την έννοια της γνωστικής ενσυναίσθησης, ας δούμε τι συμβαίνει στις περιπτώσεις που μια νευρολογική ιδιομορφία του εγκεφάλου κάνει τα νευρικά κυκλώματα που υπόκεινται αυτής της ενσυναίσθησης να δυσλειτουργούν: στον αυτισμό. Τα αυτιστικά άτομα δεν κατανοούν καλά τους κανόνες της ανθρώπινης συναναστροφής γιατί δυσκολεύονται να φανταστούν τα συναισθήματα, τις σκέψεις  ή τις προθέσεις του άλλου, με αποτέλεσμα να ζουν σε έναν κόσμο που δεν τον κατανοούν και τους αναστατώνει. Γι’ αυτό άλλωστε και αποσύρονται στον σταθερό και ασφαλή κόσμο των αντικειμένων. Αντιθέτως, επειδή τα αυτιστικά άτομα έχουν καλή συναισθηματική ενσυναίσθηση, αναστατώνονται και δυσφορούν όταν π.χ. δουν κάποιον να κλαίει.

Η συναισθηματική διάσταση της ενσυναισθησης είναι σημαντικά διαταραγμένη στις ψυχοπαθητικές διαταραχές της προσωπικότητας: ο ψυχοπαθητικός δολοφόνος, ο αδίστακτός διευθυντής της πολυεθνικής που μολύνει με τοξικά απόβλητα τον υδροφόρο ορίζοντα ή η famme fatal που ξεπουπουλιάζει τον γηραιό εραστή της και τον αφήνει στον άσσο (ναι, όλοι αυτοί εμπίπτουν στην διαταραχή αυτή) ξέρουν πως θα ξεγελάσουν τα θύματά τους. Αναγνωρίζουν τα συναισθήματα των άλλων και ξέρουν πως θα τα διαχειριστούν, δεν νοιάζονται όμως για τον πόνο που προκαλούν – δεν ανταποκρινονται συναισθηματικά όπως οι άλλοι («γιατί να τον πονέσω τόσο τον καημένο αφού δεν μου έχει κάνει και τίποτα»)  και δεν τροποποιούν τη συμπεριφορά τους κατάλληλα («ας μην του τα φάω όλα»).

Μολονότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος έχει την ικανότητα για ενσυναίσθηση, έχει δηλαδή το κύκλωμα των κατοπτρικών νευρώνων και τα αντίστοιχα εγκεφαλικά κέντρα για να νιώθει την συναισθηματική κατάσταση του άλλου, βλέπουμε λοιπόν πως αρκετές φορές η ιδιότητα αυτή είτε λείπει παντελώς είτε είναι περιορισμένη. Αυτό συμβαίνει είτε γιατί το hardware έχει βλάβη (όπως στον αυτισμό και ενδεχομένως στην ψυχοπαθητική διαταραχή της προσωπικότητας) είτε γιατί το software έχει βλάβη. Και αν το hardware είναι τα γονίδιά μας και το σύστημα των κατοπτρικών νευρώνων που υπόκειται της ενσυναίσθησης, ποιό είναι το software στην περίπτωσή μας;  Με άλλα λόγια, πως φτάνει ο άνθρωπος σε στυγερά εγκλήματα, οργανωμένες απάτες σε βάρος των συνανθρώπων του ή εθνικές εκκαθαρίσεις;

Οι επιδράσεις που έχει αναγνωριστεί ότι επηρρεάζουν  την ενσυναίσθηση είναι όλοι εκείνοι οι κοινωνικοί, οικογενειακοί και βιολογικοί παράγοντες που προσδιορίζουν τη στάση μας απέναντί στη ζωή και τους ανθρώπους γύρω μας:

1. Η ανατροφή: η κατάλληλη συναισθηματική απόκριση διδάσκεται κοινωνικά από τα πρώτα χρόνια της ζωής μας. Στην εποχή μας, όταν ένα αγοράκι πέφτει και χτυπάει η μαμά το παρηγορεί και το χαιδεύει. Πενήντα χρόνια πριν σε πολλά μέρη της ελληνικής επικράτειας, το 3χρονο αγοράκι έπρεπε να «είναι άντρας» και η μαμά δεν το παρηγορούσε  για να μην το κάνει μαλθακό – η υποδεικνυόμενη κατάλληλη απόκριση στο συναίσθημα ήταν διαφορετική.  Πλέον, η μαμά μας μας προτρέπει να χαϊδέψουμε ή να δώσουμε το παιχνίδι μας στο άλλο παιδάκι που κλαίει

2. Τα βιώματα της πρώτης παιδικής μας ηλικίας. Από την εποχή του Τζον Μπόλμπυ ακόμα, γνωρίζουμε ότι τα παιδιά που έχουν γνωρίσει συναισθηματική αποστέρηση ή κακοποίηση είναι πιθανότερο να μην μπορούν να συναισθανθούν

3. Η ιδεολογία. Ουσιαστικά, η ιδεολογία μας προσδιορίζει ποιόν θα νιώσουμε «εξίσου άνθρωπο» με εμάς ή «δικό μας άνθρωπο», ώστε να μπορέσουμε να αναπτύξουμε ενσυναίσθηση προς αυτόν. Ο οπαδός μιας ιδεολογίας που θεωρεί τον άλλο άνθρωπο «υπάνθρωπο» αναστέλλει κάθε ενσυναίσθηση προς αυτόν, παρότι μπορεί να διατηρεί την ενσυναίσθησή του προς τους δικούς του ανθρώπους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, οι οικογένειες Γερμανών στρατιωτικών που ζούσαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, δίπλα σε εκατοντάδες χιλιάδες εβραίους που θανατώνονταν σε θαλάμους αερίων.

4. Βιολογικοί παράγοντες. Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, η τεστοστερόνη συμμετέχει στην ανάπτυξη του εγκεφάλου. Μετρήθηκε η τεστοστερόνη του αμνιακού υγρού λοιπόν σε γυναίκες που έκαναν αμνιοκέντηση. Βρέθηκε πως όταν ένα παιδί αναπτύσσονταν σε αυξημένη τεστοστερόνη κατά την ενδομήτρια ζωή του, στην ηλικία των 8 ετών δυσκολεύονταν να αναγνωρίσει τα συναισθήματα των άλλων, είχε δηλαδή μειωμένη γνωστική ενσυναίσθηση. Αντίστροφη δράση φαίνεται να έχει η ορμόνη οξυτοκίνη, καθώς πειράματα έχουν δείξει πως η διαρρινική χρήση της σε μορφή σπρέυ αυξάνει άμεσα την ενσυναίσθηση. Μειωμένη ενσυναίσθηση εμφανίζουν και όσοι φέρουν συγκεκριμένα γονίδια, με γνωστότερο το γονίδιο της ΜΑΟΑ.

5. Οι περιστάσεις. Πως θα μπορούσε άραγε ένας χειρουργός με μεγάλη ενσυναίσθηση να κόψει με το νυστέρι του το γυμνό κορμί ενός άλλου ανθρώπου. Η απάντηση είναι απλή: σε δεδομένες στιγμές, οι περισσότεροι από εμάς μπορούμε να «κλείσουμε» προσωρινά την ενσυναίσθησή μας. Η επιλογή αυτή γίνεται με βάση τις προθέσεις μας, τα συναισθήματά μας (όση ενσυναίσθηση και να έχει, κάποιος που νιώθει να απειλείται μπορεί να σκοτώσει), αλλά και την τάση του καθενός μας να υπακούει σχετικές διαταγές όταν βρίσκεται σε καθεστώς κοινωνικής πίεσης, όπως συναίβη στο κλασσικό πια πείραμα του Μίλγκραμ. Στο πείραμα αυτό, οι μετέχοντες που κληρώθηκαν να χορηγούν ηλεκτροσόκ σε άλλους εθελοντές, με την παρότρυνση και την κάλυψη των «υπευθύνων» της μελέτης, κατέληξαν να χορηγούν ηλεκτροσοκ παρότι ήξεραν ότι ο συν- εθελοντής τους υπέφερε ή  μπορεί και να κινδύνευε, παραγνωρίζοντας ότι συμμετείχαν σε ένα πείραμα που θα μπορούσαν να σταματήσουν ανά πάσα στιγμή και όχι σε μια πραγματική συνθήκη.

Οι παραπάνω παράμετροι αλληλοδιαπλέκονται και δίνουν ένα συνεχές φάσμα δυνατότητας εναισθησίας που εκκτείνεται από το απόλυτο μηδέν ως την μέγιστη ενσυναίσθηση, που θεωρητικά αντιστοιχεί στην απόλυτη ταύτιση με τα συναισθήματα του άλλου. Οι περισσότεροι από εμάς έχουμε μια μέση τιμή ενσυναίσθησης, που μειώνεται σταθερά όσο πηγαίνουμε προς τα άκρα του φάσματος (κανονική κατανομή ή καμπύλη του Bell)

1. Simon Baron Cohen – The science of evil Basic Books, New York 2012.

Author Info

ckalaitzi

No Comments

Comments are closed.